Ενώ το παιδί μου μιλά καθαρά κάνει λογοθεραπεία

Αιμιλία Μαρκαντώνη, Λογοθεραπεύτρια,

Επιστημονική Συνεργάτης κέντρου ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ

«Εν αρχή ην ο λόγος»!

Το παρόν άρθρο έχει στόχο να παρουσιάσει συνοπτικά το ευρύ φάσμα της επιστήμης της λογοθεραπείας καθώς επικρατεί η άποψη ότι αυτή ασχολείται μόνο με παιδιά, που έχουν δυσκολίες άρθρωσης, τραυλισμό ή δεν έχουν αναπτύξει τον προφορικό λόγο. Όμως, οι λογοθεραπευτές καλούμαστε πολλές φορές να αξιολογήσουμε τις γλωσσικές ικανότητες ενός παιδιού για να μπορέσουμε να διασαφηνίσουμε ότι ορισμένες δεξιότητες δεν έχουν ωριμάσει επαρκώς και επηρεάζουν τη γενικότερη συμπεριφορά του. Ως αποτέλεσμα αυτού, το παιδί δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καθημερινότητας με τον επιθυμητό τρόπο.

Ας δούμε, όμως, κάποιες άλλες από τις πτυχές της λογοθεραπείας με βάση τις πληροφορίες, που συχνά δίνουν οι γονείς. Λαμβάνοντας, λοιπόν, το ιστορικό ενός παιδιού οι γονείς συχνά αναφέρουν ότι:

– Όταν το παιδί καλείται να καθήσει στον κύκλο για ναακούσει το παραμύθι στο σχολείο είναι ανήσυχο, έχει την τάση να κοιτά αλλού, να πειράζει το διπλανό του, να αποσπάται με τον παραμικρό ήχο, να «χάνεται». Η παραπάνω συμπεριφορά ίσως συνδέεται με το φτωχό του λεξιλόγιο. Ως εκ τούτου δυσκολεύεται να αντιληφθεί όλες τις λεκτικές πληροφορίες, που του δίνονται και δεν μπορεί να διατηρήσει τη συγκέντρωση του για όσο διάστημα διαρκεί το παραμύθι ή συζήτηση.

– Όταν ρωτήσει η δασκάλα τι θυμάται από το παραμύθι δεν μπορεί να απαντήσει ορθά γιατί πιθανόν να δυσκολεύτηκε να κατανοήσει την ιστορία του παραμυθιού λόγω περιορισμένου λεξιλογίου ή γιατί η περιγραφή του είναι πολύ φτωχή με γραμματοσυντακτικά λάθη ή γιατί δεν θυμάται όλες τις πληροφορίες. Έτσι, συχνά. μπορεί να δώσει είτε μια απάντηση που να μην συνδέεται με το περιεχόμενο της ιστορίας είτε να απαντήσει «δεν ξέρω».

– Όταν το παιδί ρωτηθεί «πώς ήταν η μέρα σου στο σχολείο;» δυσκολεύεται να απαντήσει και οι γονείς συχνά αναφέρουν ότι η απάντηση του παιδιού περιορίζεται στο «δεν θυμάμαι» ή «δεν ξέρω». Η παραπάνω συμπεριφορά πιθανόν να συνδέεται με την ικανότητα του παιδιού να οργανώσει σε κατάλληλη σειρά τις πληροφορίες και να τις μοιραστεί με τους γονείς του.

– Το παιδί δυσκολεύεται να περιγράψει ένα παιχνίδι, που έπαιξε ή κάτι που του έκανε εντύπωση και αδυνατεί να εστιάσει στο σημαντικό ή να ιεραρχίσει τις σημαντικές πληροφορίες. Ως εκ τούτου δίνεται μεγάλος αριθμός περιττών πληροφοριών χωρίς να μπορέσει να αντιληφθεί ο ακροατής το μήνυμά του ή από την άλλη μπορεί να δίνει ελάχιστες πληροφορίες χρησιμοποιώντας ‘τηλεγραφικό’ τρόπο έκφρασης. Αυτή η εικόνα σχετίζεται πολλές φορές με το γεγονός ότι το παιδί δεν έχει αναπτύξει την ικανότητα οργάνωσης της σκέψης και κατ’ επέκταση και της προφορικής του έκφρασης.

– Δεν θυμάται καθόλου τις πληροφορίες που μόλις άκουσε ή είχε ακούσει στο πρόσφατο παρελθόν. Εικόνα που μπορεί να συνδέεται με δυσκολίες στη μνήμη ή με την ικανότητα να συνδέσει καινούργιες πληροφορίες με ήδη υπάρχουσες ώστε να κάνουν νόημα για το ίδιο το παιδί και να κρατηθούν τελικά στη μνήμη του.

– Παρουσιάζει παρορμητικότητα, δυσκολεύεται να ολοκληρώσει τις δουλείες που του αναθέτουν, μετά από μια αναστάτωση δυσκολεύεται να ηρεμήσει και δεν μπορεί να περιμένει. Οι συμπεριφορές αυτές μπορεί να σχετίζονται με ποικίλους παράγοντες, ωστόσο οι γλωσσικές δυσκολίες που έχει ένα παιδί μπορεί να πυροδοτησούν την συμπεριφορά παρόρμησης με αποτέλεσμα να δίνει βεβιασμένες απάντησεις προτού ακούσει και αντιληφθεί ολόκληρη την οδηγία.

– Δυσκολία να ανακαλέσει τις λέξεις, που θέλει να πει με αποτελέσμα να μπαίνει συχνά στη διαδικασία να περιγράψει τη λέξη π.χ αντί να πει την λέξη μήλο να λέει « εεε πως το λένεεε,εκείνο που τρώμε και είναι κόκκινο» κτλ. Ο τρόπος με τον οποίο ένα παιδί θα αποθηκεύσει τις πληροφορίες στο κατάλληλο «αρχείο» μπορεί να δημιουργεί δυσκολία στην ανάκληση των πληροφοριών αν δεν γίνεται με επάρκεια και ακρίβεια. Απλό παράδειγμα για να αντιληφθούμε τον τρόπο που αποθηκεύουμε τις πληροφορίες ώστε να τις έχουμε ανά πάσα στιγμή διαθέσιμες για χρήση είναι ο τρόπος με τον οποίο αποθηκεύουμε τα αρχεία μας στον υπολογιστή. Δημιουργούμε λοιπόν ένα αρχείο «οικογένεια» μέσα στο οποίο θα φυλάξουμε φωτογραφικές αναμνήσεις από οικογενειακές στιγμές. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό μέσα σε αυτό το αρχείο μπορούμε να δημιουργήσουμε υποκατηγορίες με αρχεία όπως «καλοκαίρι 2016», «Χριστούγεννα 2015», «εκδρομή στο χ μέρος» κτλ. Όταν χρειαστεί να ψάξουμε μια φωτογραφία θα ανατρέξουμε στο κατάλληλο αρχείο για να τη βρούμε έτσι δεν είναι; Αν όμως δεν κάνουμε αυτή τη διαδικασία τότε θα καταλήξουμε να ψάχνουμε σε όλα τα αρχεία που έχουμε σκόρπια και μη-οργανωμένα στον υπολογιστή μας μέχρι να βρούμε αυτό που χρειαζόμαστε. Με παρόμοια λογική δημιουργούμε «αρχεία» στον εγκέφαλό μας και ταυτόχρονα δημιουργούμε αρχεία με υποκατηγορίες που μας επιτρέπουν να εξάγουμε την κατάλληλη πληροφορία τη στιγμή, που την χρειαζόμαστε. Αν η αποθήκευση των πληροφοριών δεν γίνεται με οργανωμένο τρόπο όταν προκύψει ανάγκη χρήσης μιας πληροφορίας θα γίνει και αυτή χωρίς οργανωμένο και ακριβή τρόπο.

– Συχνά, το παιδί τραυλίζει ή έχει βραχνή φωνή. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να αξιολογηθούν οι γλωσσικές ικανότητες του παιδιού γιατί αν υπάρχουν γλωσσικές δυσκολίες (φτωχό λεξιλόγιο, ανοργάνωτη σκέψη, δυσκολία ανάκλησης πληροφοριών) πιθανόν να επηρεάζεται η φυσιολογική ροή της ομιλίας. Ακόμη, μπορεί να σχετίζεται με συναισθηματικής φύσεως δυσκολίες. Σε αυτήν την περίπτωση ο λογοθεραπευτής ως μέλος της διεπιστημονικής ομάδας θα ζητήσει περαιτέρω διερεύνηση από άλλο εξειδικευμένο επαγγελματία.

– Το παιδί να δυσκολεύεται να αντιληφθει το χιούμορ, τα υπονοούμενα, τις μεταφορές και τη γλώσσα του σώματος. Οι δυσκολίες αυτές οδηγούν αρκετές φορές το παιδί να παρερμηνεύει τα εισερχόμενα μηνύματα και να συμπεριφέρεται με μη κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι όταν ένας συνομιλητής χαμογελάσει στο παιδί κι αυτό να το ερμηνεύσει ότι τον κοροϊδεψε καθώς δεν διαθέτει την ικανότητα να αξιολογήσει το συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο και όλες τις παραμέτρους που βρίσκεται την δεδομένη στιγμή. Η κοινωνική χρήση και αντίληψη του λόγου ονομάζεται πραγματολογία στην επιστήμη της λογοθεραπείας και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πεδία αξιολόγησης και παρέμβασης, πέραν τις καθαρότητας της ομιλίας και της ποσότητας του λεξιλογίου.

– Δυσκολία να πάρει πρωτοβουλία για αλληλεπίδραση και δυσκολία έναρξης και διατήρησης ενός θέματος συζήτησης. Για παράδειγμα, το παιδί θέλει να κάνει φιλίες αλλά να μην ξέρει τον τρόπο να προσεγγίσει τα άλλα παιδιά. Στην προσπάθεια του να παίξει μαζί τους να χρησιμοποιεί «άτσαλους» τρόπους όπως για παράδειγμα να τους τραβήξει ή να τους κτυπήσει. Δυσκολίες στην κοινωνική χρήση του λόγου που αναφέραμε μπορεί να οδηγήσουν ένα παιδί στο να αναπτύσσει μη-λειτουργικά ή κοινωνικά αποδεκτά μοντέλα επικοινωνίας.

– Φτωχό ρεπερτόριο παιχνιδιών χωρίς συμβολικό παιχνίδι και παιχνίδια ρόλων καθώς επίσης και δυσκολίες στην ευελιξία της σκέψης. Ο ρόλος του παιχνιδιού είναι ευρέως αποδεκτό ότι είναι υψίστης σημασίας στην ανάπτυξη των παιδιών. Μέσα από το παιχνίδι, το παιδί αναπτύσσει το συμβολισμό, την φαντασία, τη δημιουργικότητα όμως επίσης αναπτύσσει και την ικανότητα να τροποποιεί το σενάριο του ακολουθώντας τα άλλα παιδία στο δικό τους παιχνίδι και να προσαρμόζεται με ευκολία. Στην περίπτωση, που ένα παιδί παρουσιάζει δυσκολία στην ευελιξία της σκέψης θα φανεί ξεκάθαρα στο παιχνίδι του αφού θα θέλει οι άλλοι να παίζουν με το δικό του τρόπο, θα αναστατώνεται όταν το σενάριο αλλάζει από κάποιον άλλον και θα θέλει να επιβάλει τους δικούς του κανόνες. Από την άλλη ένα παιδί με φτωχό ρεπερτόριο στο παιχνίδι μπορεί να έχει την τάση να ακολουθεί τους άλλους παρουσιάζοντας δυσκολία να δημιουργήσει ή να προσθέσει δικές του ιδέες στο παιχνίδι.

– Κάποτε τα λέει καθαρά και κάποτε όχι, άρα δεν είναι ότι δεν μπορεί αλλά είναι αφηρημένος.
Ένα παιδί που παρουσιάζει δυσκολία στον στοματικινητικό συντονισμό αρκετά συχνά μπορεί να παρουσιάσει αυτή την αστάθεια στην εικόνα του. Στις δυσκολίες άρθρωσης, ένα παιδί που λέει το «ρ» για «λ» θα χρησιμοποιεί το «λ» για «ρ» σε οποιαδήποτε λέξη όλες τις στιγμές. Όμως, ένα παιδί παρουσιάζει δυσκολία στο στοματοκινητικό συντονισμό ή στη διαδοχοκίνηση τότε ίσως να παρουσιάζει εικόνα που να προσομοιάζει τις δυσκολίες άρθρωσης αλλά να παρατηρείται αυτή τη αστάθεια στην εικόνα του. Για ένα λογοθεραπευτή είναι καταλυτικής σημασίας να διαχωρίσει κατά την αξιολόγηση κατά πόσο τα «λάθη», που παρατηρούνται κατά την προφορική έκφραση συνδέονται μόνο με δυσκολίες στην άρθρωση ή αν προέρχονται από δυσκολίες στον στοματοκινητικό συντονισμό ώστε να οργανώσει την κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση. Με απλά λόγια όταν ακούμε ένα παιδί να κάνει κάποια «λάθη» κατά την προφορική έκφραση αυτό δεν σημαίνει πάντα και μόνο δυσκολίες στην άρθρωση!

– Δεν τρώει σκληρές τροφές, ένα παιδί που παρουσιάζει δυσκολία στο συντονισμό των οργάνων της στοματικής κοιλότητας και στη διαδοχοκίνηση μπορεί να παρουσιάσει επιλεκτικότητα ως προς της πρόσληψη τροφών με αποτέλεσμα να δείχνει προτίμηση σε μαλακές τροφές ή που λιώνουν εύκολα στο στόμα και δεν προϋποθέτουν διαδοχοκίνηση και πιο απαιτητικό συντονισμό των οργάνων του στόματος για τη μάσηση και κατάποση. Ωστόσο, η επιλεκτικότητα των τροφών πολλές φορές μπορεί να συνδέεται και με αισθητηριακούς παράγοντες γι αυτό και η συνεργασία με έναν εργοθεραπευτή είναι απαραίτητη για να γίνει σωστή αξιολόγηση και κατ’ επέκταση και παρέμβαση.

Όπως μπορεί εύκολα να γίνει αντιληπτό, η λογοθεραπεία δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση αρθωτικών δυσκολίων αλλά δύναται να παρέμβει:

– Στις γλωσσικές ικανότητες (έκφραση και αντίληψη)

– Στην μνήμη (εργαζόμενη, βραχυπρόθεσμη, μακροπρόθεσμη, σημασιολογική)

– Στην ικανότητα ανάκλησης

– Στην ικανότητα ακουστικής επεξεργασίας

– Στην αφηγηματική ικανότητα

– Στην οργάνωση της σκέψης ιεραρχώντας τις σημαντικές πληροφορίες για την εκάστοτε συνθήκη και πλαίσιο και στην ικανότητα να μπορεί να εκφράσει τις πληροφορίες που οργανώνει με κατάλληλη χρονική σειρά, συνοχή και ακρίβεια

– Στην ικανότητα επίλυσης προβλημάτων

– Στην ικανότητα συντήρησης της προσοχής και της συγκέντρωσης

– Στην ταχύτητα επεξεργασίας

– Στις μη λεκτικές και λεκτικές πραγματολογικές ικανότητες, που θα επιτρέψουν στο παιδί να κάνει και να λέει το σωστό πράμα με τον σωστό τρόπο, στο σωστό τόπο και χρόνο όπως αυτό ορίζεται από την κοινωνική ομάδα

– Στην αύξηση και εμπλουτισμό στο σενάριο των παιχνιδιών καθώς επίσης και στην ευελιξία της σκέψης (λειτουργικό –συμβολικό παιχνίδι)

– Στην ικανότητα να συνδέει νέες πληροφορίες με παλιότερες ώστε να εμπλουτίζει τις γνωστικές του ικανότητες

– Στον κινητικό συντονισμό και στη διαδοχοκίνηση των οργάνων της ομιλίας

– Στην αντιμετώπιση δυσκολιών μάσησης και κατάποσης

Όλα τα παραπάνω πρέπει να αξιολογούνται εγκαίρως και να μην παραβλέπονται καθώς εκτός από τον λόγο/ ομιλία μπορούν να επηρεάσουν τις ακαδημαϊκές επιδόσεις και την κοινωνική δραστηριότητα των παιδιών. Επιπρόσθετα, τυχόν δυσκολίες στις δεξιότητες και ικανότητες, που αναφέρθηκαν μπορεί να επιβαρύνουν ένα παιδί και συναισθηματικά δημιουργώντας του αίσθημα ανασφάλειας στο να εκφραστεί, να απαντήσει μπροστά σε άλλους ή να περιγράψει κάτι που θέλει. Μπορούμε ίσως να το κατανοήσουμε αν κάποιοι από εμάς έχουμε φτωχή γνώση μιας ξένης γλώσσας και δυσκολευόμαστε στην επικοινωνία μας με κάποιον που μιλάει άπταιστα αυτήν τη γλώσσα.

Συχνά, συνάδελφοι άλλων ειδικοτήτων παραπέμπουν παιδιά για λογοθεραπευτική αξιολόγηση με αίτημα την διερεύνηση των γλωσσικών δεξιοτήτων παρόλο που οι γονείς υποστηρίζουν ότι «μιλάνε καθαρά». Σε αυτές τις περιπτώσεις ο λογοθεραπευτής καλείται να αξιολογήσει όλες τις προαναφερθέντες δεξιότητες, που ενδεχομένως να επηρεάζουν τη λειτουργικότητα αλλά και την περαιτέρω ανάπτυξη ενός παιδιού.